«Μόλις έφτασα στη Χίο», λέω στον γιο μου στο τηλέφωνο καθώς προσγειωνόμαστε στο αεροδρόμιο «Όμηρος» για να μου απαντήσει: πρώτο στοιχείο, και να συνεχίσει το παιχνίδι του. Στοιχείο πρώτο: πηγαίνω πρώτη φορά στο νησί, καλεσμένος της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου για να παρακολουθήσω μερικές μόνο ημέρες του The Chios Festival. Πολυσυλλεκτικό, αιρετικό, επιμορφωτικό, συγκινητικό και εξωστρεφές, το φεστιβάλ που γιόρτασε φέτος την πέμπτη του χρονιά καταφέρνει να ενώσει πολιτισμό, πολιτική, κοινωνία, επιστήμη, τέχνη, λαογραφία, ιστορία και φιλοσοφία κάτω από μια σκέπη.
Καταφθάνω πρώτη φορά στο νησί που, ως απόφοιτο Ναυτιλιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά με δεσμούς να το δένουν με τη Χίο, με συγκινεί: εδώ είναι η καρδιά της ναυτοσύνης, της ποντοπόρου ναυτιλίας, των μεγάλων θαυμάτων των Ελλήνων, τα καράβια των οποίων ταξιδεύουν σε όλον τον κόσμο. Στο νου μου, ναυτοσύνη είναι συνώνυμο της προκοπής, της νοικοκυροσύνης, του μέτρου και της σεμνότητας. Όπως η Χίος είναι συνώνυμο αυτού που τώρα πια αναγνωρίζουμε ως resilience, της αναδημιουργίας από τις στάχτες. Από τη Γενουάτικη κυριαρχία στην Οθωμανική επιδρομή και Σφαγή (όποιος έχει επισκεφθεί το Λούβρο έχει συγκλονιστεί από τον πίνακα του Ευγένιου Ντελακρουά «Σφαγή της Χίου») στην απελευθέρωσή της το 1912, ο λαός της δεν σταμάτησε να προσπαθεί, να δημιουργεί και να δοκιμάζει. Ναι, η Χίος είναι πράγματι συνώνυμο του σθένους, του πάθους και της προκοπής.
Ο Πάπας και Πατριάρχης, ο Καβάφης και ο Μεγαλέξανδρος
Στο Castelli, την ιστορική γενουάτικη έπαυλη του 15ου αιώνα στον Κάμπο Χίου που αποκατέστησαν με σεβασμό και φινέτσα ο Νίκος και η Νινέτα Βαφειά αποτέλεσε το ορμητήριο των περισσότερων θεματικών βραδιών. Εκεί μάς υποδέχτηκε ο Περιφερειάρχης Βορείου Αιγαίου, Κώστας Μουτζούρης και η σύζυγος του, Δήμητρα Μουτζούρη, Διευθύντρια του Φεστιβάλ Χίου. Σε λίγο τον λόγο θα έπαιρνε ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής, κ.κ. Θεόδωρος Β΄. Ακόμη κι αν δεν γνώριζες ελληνικά, θα αναγνώριζες στα καλοσυνάτα μάτια του την αγάπη του για τον άνθρωπο ανεξαρτήτως όποιου άλλου χαρακτηριστικού μπορεί να διχάσει τους ανθρώπους: χρώμα, φύλο, εθνικότητα.
«Επιθυμώ να καταγραφώ στις καρδιές των μικρών παιδιών που συναντώ κάθε μέρα ως η καρδιά από το νησί της Κρήτης που έμαθε να αγαπάει, να συγχωράει. Μετά από λίγο θα φορτώσω το δισάκι μου για τον δρόμο της Ιεραποστολής, εκεί θα βλέπω πρόσωπα που θα με κοιτάζουν και θα με ρωτάνε: “υπάρχει και για μας Θεός;”, και θα τους απαντώ ότι σε αυτόν τον έρμο κόσμο όπως λέμε στην Κρήτη, δεν μένει τίποτα άλλο παρά μια αγκαλιά, μια αγάπη, μια ελπίδα κι ένα φως», θα κατέληγε συγκινημένος. Η παρουσίαση του διακονικού του έργου μέσα από ένα κατατοπιστικό βίντεο ξεκίνησε με αναφορά στον Κωνσταντίνο Καβάφη, πόσο ουμανιστική κι αιρετική επιλογή, σκέφτηκα. «Κι όπως θα έλεγε ο μεγάλος μας ποιητής “η λαλιά μου είναι η ελληνική”».
Στοιχείο δεύτερο: που βρίσκεται ο τάφος του Μεγαλέξανδρου; Η βραδιά συνεχίστηκε με την παρουσίαση της γοητευτικής ομιλήτριας, αρχαιολόγου Καλλιόπης Λημναίου-Παπακώστα που ηγείται των ανασκαφών στην Αλεξάνδρεια. «Βρίσκεται εκεί ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου;», τη ρωτώ αργότερα για να μου απαντήσει: «είναι όνειρο κάθε αρχαιολόγου να τον βρει», χωρίς να πει περισσότερα. Αφού ολοκλήρωσε την παρουσία της, τον λόγο πήρε, εκ μέρους του Δημήτρη Μελισσανίδη ο οποίος βραβεύτηκε για την προσφορά του στον Ποντιακό Ελληνισμό και την Ορθοδοξία, η Χριστίνα Χαφουσίδου, που διάβασε τον ευχαριστήριο του λόγο:
«Εγώ γεννήθηκα στον Πειραιά, από γονείς Ποντίους. Δεν γεννήθηκα στον Πόντο. Όμως μεγάλωσα με τον Πόντο μέσα στο σπίτι μου. Με τις ιστορίες των γονιών μου. Με τις μνήμες που διηγούνταν οι μιζετέρ, οι πρεσβύτεροι, στις προσφυγικές γειτονιές της Κοκκινιάς. Με τις λέξεις, τα τραγούδια, τις λύπες και την περηφάνεια μιας πατρίδας που δεν γνώρισα με τα μάτια μου, αλλά γνώρισα με την ψυχή μου. Ο πατέρας μου, ο Ζώρας, κουβαλούσε μέσα του αυτήν τη μνήμη. Και μου έμαθε κάτι που δεν το ξέχασα ποτέ: ότι η καταγωγή δεν είναι τίτλος. Είναι ευθύνη. Δεν έχει σημασία μόνο από πού κατάγεσαι. Έχει σημασία τι κάνεις εσύ για να μη χαθεί αυτό που παρέλαβες. Αυτό προσπάθησα να κάνω κι εγώ στη ζωή μου, με τον δικό μου τρόπο».
Ένα υπέροχο ταξίδι στον χρόνο, στην αρχοντιά και φινέτσα των Χιωτών.

Τα μαστιχόδεντρα, τα Μεστά, το Πυργί
Στοιχείο τρίτο: η Χίος ευωδιάζει παντού. Είναι τα ροδόνερα, η μαστίχα, τα άνυδρα ντοματίνια και το μαστέλο, τα εσπεριδοειδή, είναι η βρώσιμη περιουσία τους. Την επόμενη ξεκινάμε βόλτα στα Μεστά και στο Πυργί με ξεναγό τη Μαρία Κόβα, την προϊσταμένη Τουρισμού της Περιφέρειας. Μας μιλά για τα 24 μαστιχοχώρια- στολίδια (η καλλιέργεια της μαστίχας έχει ενταχθεί στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO), για την απειλή των πειρατών ανά τα χρόνια, την κατάληψη της Γένοβας, τους σεισμούς του 1881. Για τα τραπέζια, τους ασπρισμένους δακτύλιους κάτω από τα σχίνα για να μην λαβωθούν τα δάκρυα μαστίχας που μπορεί να πέσουν. Για τη σύμπνοια των παραγωγών που δουλεύουν όλοι μαζί, για το Κέντρο Έρευνας Εφαρμογών Μαστίχας Χίου που πιστοποιεί τις ευεργετικές ιδιότητες της μαστίχας, γνωστές από τα χρόνια του Ιπποκράτη και του Διοσκουρίδη.
Όμως ήταν οι βόλτες σε δυο απαράμιλλης αν και διαφορετικής ομορφιάς: στο ολοκέντητο Πυργί με τα χαρακτηριστικά ξυστά, την τεχνοτροπία που στολίζουν με λευκά και μαύρα γεωμετρικά μοτίβα τα σπίτια τους και στα Μεστά, το εξαιρετικά διατηρημένο μεσαιωνικό χωριό με τα στενά, λιθόστρωτα σοκάκια, τους θόλους και τις καμάρες. Ένα υπέροχο ταξίδι στον χρόνο, στην αρχοντιά και φινέτσα των Χιωτών.

Ο Χαρδούβελης, «λεφτά υπάρχουν» και ο Παύλος Γερουλάνος
Το απόγευμα συγκεντρωνόμαστε και πάλι στο Καστέλι: εκεί ο Γκίκας Χαρδούβελης να μας εξηγεί το «Λεφτά υπάρχουν»: «Αυτό που δεν υπάρχει είναι να βρούμε επιχειρηματίες με επενδυτικά έργα. Θέλουμε νέες ιδέες. Αυτό που ξεκινήσατε εδώ στη Χίο, είναι αυτό που πρέπει να κάνουμε». Λίγο πριν, ο Παύλος Γερουλάνος μίλησε για το δικό του όραμα για τη χώρα. Με αφετηρία την τέχνη της Γκαντάρα, όπου οι Έλληνες γλύπτες έδωσαν για πρώτη φορά ανθρώπινη μορφή στον Βούδα, «έτσι και σήμερα οφείλουμε να δώσουμε ανθρώπινο πρόσωπο στην Τεχνητή Νοημοσύνη μέσα από τις αξίες του ελληνικού πολιτισμού.
Ο ελληνικός πολιτισμός έχει μια μοναδική δύναμη: η ελληνική πολιτισμική παράδοση συγκαταλέγεται μαζί με την κινεζική παγκοσμίως σε εκείνες με περισσότερα από 3.000 χρόνια συνεχούς γραπτής παρουσίας. Παρέχει ένα τεράστιο απόθεμα λέξεων, εννοιών, ερωτημάτων και τρόπων κατανόησης του κόσμου. Από την αρχαιότητα και την Αγία Γραφή μέχρι τον σύγχρονο τρόπο ζωής, κι από τη Χίο μέχρι τα πέρατα του κόσμου όπου μελετούν, σπουδάζουν και διδάσκουν Έλληνες. Αυτό το απόθεμα δεν είναι απλά η δική μας κληρονομιά, είναι το εργαλείο που μπορεί να καθορίσει το μέλλον της ανθρωπότητας».
Αυτό που προτείνει είναι δυναμική εξωστρέφεια με άμεση ψηφιοποίηση της κληρονομιάς μας —ώστε να μην γίνουμε αόρατοι στο διαδίκτυο— προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων των δημιουργών, ενίσχυση της περιφέρειας και, ως κορυφαία πρωτοβουλία, την ίδρυση ενός διεθνούς κέντρου για την ηθική της τεχνολογίας στην Ακαδημία Πλάτωνος. «Σήμερα, η παγκοσμιοποίηση και οι νέες τεχνολογίες έχουν αφήσει πάλι αδειανό τον θρόνο. Ο αγώνας για το πρόσωπο που θα πάρει έχει ήδη αρχίσει. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε εμείς, οι σύγχρονοι Έλληνες, να του δώσουμε την ανθρώπινη μορφή που έχει τόσο πολύ ανάγκη». Καταχειροκροτήθηκε μα δεν είναι μόνο αυτό. Αναρωτιέσαι γιατί ένα τέτοιο φωτεινό μυαλό δεν διαδραματίζει πιο ενεργό ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή. Στοιχείο τέταρτο: το Φεστιβάλ Χίου βγάζει ειδήσεις, φέρνει ιδέες και ανθρώπους κοντά.
Αυτό το νησί, ανοικοδομήθηκε από τη στάχτη του και κατάφερε να μεσουρανεί στην ποντοπόρο ναυτιλία.

Τι κάνει το νησί τόσο ξεχωριστό;
Ανάμεσα στο πρόγραμμα που έχουν καταστρώσει για να γνωρίσουμε όσο καλύτερα μπορούμε το νησί, ξεκλέβω χρόνο για τις δικές μου βόλτες. Επισκέπτομαι το Ναυτικό Μουσείο Χίου και το Βυζαντινό Μουσείο Χίου που στεγάζεται στο τέμενος Μετζιτιέ. Απέναντι από το συντριβάνι πίνω καφέ ελληνικό και κρυφακούω τις συζητήσεις στο καφενείο. Χαζεύω στην αγορά τους, αναζητώ την καλύτερη τυρόπιτα για να βρω, τελικώς, το πιο ωραίο τσουρέκι, τέχνη στην οποία εξασκούνται αρκετά αρτοποιεία. Είναι Σάββατο πρωί, ο κόσμος είναι χαρούμενος κι ευγενικός. Αρχίσω και συνδέομαι, καταλαβαίνω πού βρίσκομαι: το να φτάσεις με αεροπλάνο σ΄έναν τόπο σού στερεί τη χαρά της σταδιακής ανακάλυψης.
Στο λιμάνι, οι πολύ μεγάλες θαλαμηγοί των εφοπλιστών που βρίσκονται στο νησί αποτελούν θέμα συζήτησης. Φτάνω στο Κάστρο της Χίου. Στο Χαμιδιέ Τζαμί, που εκείνη την ώρα ετοίμαζαν, θα πραγματοποιείτο την επομένη η έκθεση ζωγραφικής του Σωτήρη Σόρογκα με τίτλο «Εικόνες από την Ελλάδα». Με κάρβουνο κι ακρυλικό ζωγράφισε τα χαρακτηριστικά του καΐκια, «ρημαγμένα και παραδομένα στη φθορά, τα οποία συνομιλούν άμεσα με την πλούσια ναυτική κληρονομιά της Χίου, τη γη των καπεταναίων και των αφανών ναυτικών. Δίπλα τους, τμήματα από ερειπωμένους ανεμόμυλους και παλιά ξύλα-σπαράγματα, αποτελούν μάρτυρες μιας άλλης εποχής, παραπέμποντας στα ιστορικά τοπόσημα του χιώτικου τοπίου», αναφέρει το πρόγραμμα της έκθεσης.
Αναρωτιέμαι τι κάνει τελικά το νησί τόσο ξεχωριστό, που έκανε τον Βικτώρ Ουγκώ να γράψει για αυτήν στο L’Enfant de Chios: «Les Turcs ont passé là. Tout est ruine et deuil. Chio, l’île des vins, n’est plus qu’un sombre écueil». Αυτό το νησί, ανοικοδομήθηκε από τη στάχτη του και κατάφερε να μεσουρανεί στην ποντοπόρο ναυτιλία.
Οι Χιώτες επιζήσαντες της σφαγής του 1822, ίδρυσαν ισχυρούς εμπορικούς οίκους στα μεγαλύτερα λιμάνια του κόσμου, αξιοποίησαν έγκαιρα τη μετάβαση στον ατμό και δημιούργησαν ένα παγκόσμιο ναυτιλιακό θαύμα βασισμένο σε ένα κλειστό οικογενειακό δίκτυο εμπιστοσύνης, από το οποίο γεννήθηκαν οι σπουδαιότερες εφοπλιστικές δυναστείες της χώρας και του κόσμου. Πάντα έχουν στον νου τους το νησί: Νικόλαος Βαφειάς, Παναγιώτης Τσάκος, Σίμος Παληός, Ευάγγελος Αγγελάκος, Γιώργος Προκοπίου και Αλεξάνδρα Προκοπίου-Μαμαλίγκα και Δημήτρης Φαφαλιός είναι μερικοί από τους εφοπλιστές που βρέθηκαν στο Φεστιβάλ.
Στο Φεστιβάλ τιμήθηκε η γαστρονομία των νησιών του Βορείου Αιγαίου: μέλια και κρασιά, λάδια και τυριά, ευλογημένοι τόποι και προκομένοι άνθρωποι.

Η μουσική και η γεύση της Χίου
Στις ημέρες που μείναμε στο όμορφο νησί, η μουσική ακολούθησε τα βήματά μας. Το κύμα που ακουγόταν κάθε βράδυ έξω από το παράθυρό μου στον Καρφά. Η Νινέττα Βαφειά στο πιάνο να συνοδεύει τον δημοσιογράφο Γιώργο Κουβαρά που έκλεισε τραγουδιστικά μια βραδιά του Φεστιβάλ. Η Ελένη Δήμου που συνοδεία πιάνου και κιθάρας μας ταξίδεψε στο ρεπερτόριό της αλλά και στις δικές μας αναμνήσεις δικαιώνοντας τη φήμη ως εκλεκτή του ελληνικού πενταγράμμου. Τις προηγούμενες ημέρες ο Akylas αλλά και η σοπράνο Χριστίνα Πουλίτση υπογράμμισαν τον πολυδιάστατο χαρακτήρα του νησιού. Η χορευτική ομάδα με την τσαμπουνά στον προαύλιο χώρο του Αη Γιώργη Συκούση στα θυρανοίξια του ναού του 15ου αιώνα που αναστηλωνόταν για χρόνια προσέφερε μελωδίες ταιριαστές για μια τόσο μεγάλη γιορτή: το χωριό βρήκε και πάλι τον πυρήνα του.
Εκεί, στην πλατεία του χωριού απολαύσαμε το πιο ωραίο μας γεύμα, με μαστέλο, άνυδρα ντοματίνια που μοσχοβολάνε, και Αγιωργούσικο τριαντάφυλλο που έγινε γλυκό κουταλιού. Τα χερίσια τους μακαρόνια που τα φάγαμε στο Αργέντικο στον Κάμπο της Χίου, ένα μεσαιωνικό-γενοβέζικο αρχοντικό του 16ου αιώνα με τον απίθανο κήπο. Λουκούμια και υποβρύχιο, αφρίζοντα νερά με τη χωνευτική αρωγή της μαστίχας.
Στο Φεστιβάλ τιμήθηκε η γαστρονομία των νησιών του Βορείου Αιγαίου: μέλια και κρασιά, λάδια και τυριά, ευλογημένοι τόποι και προκομένοι άνθρωποι. Βεβαίως, το λικέρ μαστίχας που βρισκόταν ανάμεσα στα άλλα δώρα που μας προσέφεραν βρήκε τη θέση τους στην καρδιά και τη βαλίτσα μας. Εκτός από εκείνο της Μαρίας Λεμονιάς, στην ευγενική πρόσκληση της οποίας ανταποκριθήκαμε οι δημοσιογράφοι- το Γ2, όπως λέγαμε που στο πούλμαν τραγουδούσε, που το είχε στη χειραποσκευή της και δεν της επετράπη να το πάρει. Το άνοιξε, πήρε και μικρά ποτηράκια, μάς κέρασε όλους και έτσι κλείσαμε το ωραίο αυτό ταξίδι. Στοιχείο πέμπτο: η Χίος θα σου μείνει για πάντα στην καρδιά.
